ἀτόλματος

ἀτόλματος
ᾰτόλμᾱτος
1 unbearable

ἐπειδὴ τὸν ὑπὲρ κεφαλᾶς γεΤαντάλου λίθον παρά τις ἔτρεψεν ἄμμι θεός, ἀτόλματον Ἑλλάδι μόχθον I. 8.11


Lexicon to Pindar. . 2010.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”